Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΥ


«ΤΡΙΚΑΛΑ ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ»

Σωτήρης Απ. Γοργογέτας.
Σελ. 448.
Εκδόσεις. ΤΥΠΟΙΣ. 2010.

«Το χρόνο που κυλά και μας αφήνει πίσω, τίποτα δεν μπορεί, δυστυχώς να τον σταματήσει. Τη λησμονιά όμως, που σαρώνει και σβήνει τα πάντα, μπορεί να τη νικήσει η καταγραφή των γεγονότων ή συγγραφή βιβλίων, όπου με κείμενα, συνοδευτικές φωτογραφίες, στοιχεία και ντοκουμέντα αναπλάθεται το παρελθόν και στεριώνει η μνήμη».


Η αρχή του προλόγου ενός βιβλίου-λευκώματος που σήμερα θα παραθέσουμε ένα μικρό απόσπασμα για ένα ποτάμι των Τρικάλων που η γέφυρά του δεν έχει τη αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπεια της κεντρικής γέφυρας του Ληθαίου. Ωστόσο, διασώζεται η παλιά σιδερένια γέφυρά του σε πείσμα της γενικότερης κατεδάφισης πολλών ιστορικών μνημείων, και το σημαντικότερο, ο συγγραφέας του βιβλίου μας ρίχνει και μας χτίζει μια καινούργια γέφυρα ιστορικής μνήμης που μας βοηθά, περνώντάς τη να γνωρίσουμε :

«Γιατί η ιστορία δεν είναι μόνον τα έπη, οι ηρωισμοί και οι εξάρσεις. Είναι και η καθημερινότητα, είναι τα απλά και ταπεινά, τα μικρά και τα ασήμαντα, που όμως δημιουργούν το ιστορικό πλαίσιο με ανιχνεύσιμες πολύτιμες και δυσεύρετες πληροφορίες».
Ένα πολύ μικρό απόσπασμα αυτής της «γέφυρας» των 448 σελίδων, θα μπορούσε να πει κανείς και μέτρων παραθέτουμε, που «αναπλάθει το παρελθόν και στεριώνει τη μνήμη», προκαλώντας και προσκαλώντας τους αναγνώστες να διαβούν ολόκληρη τη γέφυρα που μας απλώνει ο συγγραφέας με κιγκλιδώματα από δεκάδες παλιές φωτογραφίες και μνήμες των Τρικάλων, ζωντανεύοντας μια εποχή που έχει το άρωμα και «τη γεύση μιας αιωνιότητας».

ΜΙΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΑΓΙΑΜΟΝΙΩΤΗ

(Μικρό απόσπασμα)

«(…)Η πόλη των Τρικάλων και η γύρω περιοχή, ειδικά η δυτική, είναι από τα πιο πλούσια μέρη τόσο σε επιφανειακά νερά όσο και σε ποτάμια. Σε μια ζώνη 3,5 χιλ. από τη πόλη, διέρχονται παράλληλα τέσσερα ποτάμια. Ο Ληθαίος, ο Αγιαμονιώτης, ο Κουμέρκης και ο Πηνειός.
Πάντα είχα την αίσθηση τότε ότι τα ποτάμια ήταν μέρη μαγικά.

Το δικό μου λατρεμένο ποτάμι ήταν ο Αγιαμονιώτης. Στις όχθες του μεγάλωσα. Το σπίτι μου απείχε περίπου 200 μέτρα απ΄ το ποτάμι.
Εδώ μάθαμε κολύμπι, εδώ βαράγαμε βουτιές, εδώ λιαζόμασταν στην άμμο γυμνοί…
Η μεγάλη μας χαρά την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Τότε που όλη μέρα πλατσουρίζαμε στα νερά του, κρυφά ή φανερά από τις μανάδες μας. Σιγομουρμούριζε το ποτάμι και μας προσκαλούσε να τρέξουμε στη δροσιά του για παιχνίδι.


Κάθε μεσημέρι όταν ο ήλιος έκαιγε και στο σπίτι εσήμαινε σιωπητήριο για τον μεσημεριανό ύπνο, όσο να περάσει η κάψα η πολλή και να δροσίσει το απογευματινό αεράκι, το σκάγαμε στα κρυφά, αφήνοντας άλλους να κοιμούνται, και με φίλους μας δροσιζόμασταν στα νερά του. Και ποτέ δεν καταφέραμε εγκαίρως να επιστρέψουμε! Πάντα οι μανάδες μας ξύπναγαν πριν τον γυρισμό μας και τότε ο καυγάς ήταν απαραίτητος και οι ξυλιές επίσης… Μα τίποτε δεν μπορούσε να μας αποσπάσει από το ποτάμι! Η γοητεία του νερού, απόλυτη και απαιτητική, μας προ(σ)καλούσε στην ίδια αταξία πάντα.
Θυμάμαι, όταν θέλαμε να πάμε για μπάνιο ή για ψάρεμα, οι μανάδες μας για να μας φοβίσουν και να μας αποτρέψουν μας έλεγαν τρομακτικές ιστορίες για παιδάκια που πνίγηκαν κάπου στο ποτάμι.
Όμως πάντα το ποτάμι είχε μια μαγεία, όπως τα ψάρια, οι καραβίδες και τα καβούρια που πιάναμε σχεδόν με τα χέρια και τα ξαναρίχναμε μέσα. Θυμήθηκα τα ψαρέματα των μεγάλων της γειτονιάς που ρίχνανε ένα δίκτυ μέσα στο ποτάμι και πιάνανε πολλά ψάρια. Την άλλη μέρα σε όλη τη γειτονιά από τα ανοιχτά παράθυρα έβγαινε η ίδια μυρωδιά τηγανιτού ψαριού.
Την άνοιξη, θυμάμαι, πήγαιναν οι γυναίκες, μεγάλες παρέες, γειτόνισσες ή συγγενείς και πλένανε τα μάλλινα, κουβέρτες, κιλίμια, φλοκάτες κ.ά. στο ποτάμι. Στη συνέχεια τα τοποθετούσαν πάνω σε λείες πέτρες και τα χτυπούσαν με τον κόπανο για να καθαρίσουν καλύτερα. Μετά τα άπλωναν στα χόρτα για να στεγνώσουν».


Ο συγγραφέας, τελειώνοντας την ελεγεία του για τον Αγιαμονιώτη δεν κρύβει την απογοήτευσή του για τις πληγές που άφησε πίσω του ο τεχνολογικός πολιτισμός.
«(…)Μπουλντόζες και μηχανήματα, στο βωμό της εξέλιξης, ξερίζωσαν τα δέντρα που τόσα μυστικά κρύβανε στις φυλλωσιές τους. Εκεί που κάποτε ψιθύριζαν οι λεύκες το τραγούδι τους, και οι πεταλούδες του νερού ακούμπαγαν για να ξεκουραστούν.

Τώρα όλα ένας βούρκος…
Τη λεύκα που την είδα και απόψε,
Για σένα με ρωτούσε ξανά,
Για σένα όνειρό μου κι ελπίδα,
Που πάντα στη ζωή μου κρατά.

Αλλά όσο κι αν ο τεχνολογικός πολιτισμός τραυμάτισε το ποτάμι, αυτό θα ζει πάντα μέσα στις αναμνήσεις μου.
Δεν θα τις λησμονήσω ποτέ αυτές τις εικόνες και τις θύμισες!».

(Μικρή παρουσίαση από το βιβλίο-λεύκωμα: «ΤΡΙΚΑΛΑ ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ». Του Σωτήρη Απ. Γοργογέτα. Σελ. 448. Εκδόσεις. ΤΥΠΟΙΣ. 2010).

Φωτο: Σ. Γορ.1). Πριν. Ο Αγιαμονιώτης ήταν ένα πλατύ ποτάμι. Το χειμώνα σε πολλές τοποθεσίες έπαιρνε τις διαστάσεις μια μικρής λίμνης.
Φωτο: Β. Παν.2).Μετά, ο Αγιαμονιώτης μεταμορφώνεται σ΄ ένα βρώμικο αυλάκι.
Φωτο: 3). Εξώφυλλο του Βιβλίου.

Βασίλης Πάνος
2/12/2015

 facebook.com/basilis.panos.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου