Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Τι φταίει;



ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ

(Απόσπασμα)

«Δρόμοι πλατιοί με σίδερα και πίσσα
Αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, τρένα μοντέρνα υπερταχύτατα
Στημένα φανάρια, πράσινα κόκκινα κι όλα αυτόματα
Ραντάρ στους δρόμους, που ελέγχουν...την ταχύτητα
Καράβια και θάλασσες, λίμνες, βαπόρια, ποτάμια, καΐκια, ωκεανοί και πλοία 
Άρης, Φεγγάρι, Γη κι Ουρανός

Διαστημόπλοια ανυπολόγιστης αξίας, βάσεις, γιγαντιαίες αράχνες-ραντάρ,
που δεν αφήνουν να περάσει ούτε μύγα, πύραυλοι με τερατοκεφαλές και άλλα Α.Ρ.Β.Χ. των μοντέρνων Πολέμων όπλα. / Στρατοί σε όλη τη Γη, αέρος, θαλάσσης και κάτω απ’ αυτή
Ηλεκτροφόρα σύρματα, ενέργεια, τέλε, νάρκες που σκάζουν εν καιρό ειρήνης και σκοτώνουν αθώο κόσμο και ράδιο αχτίνα
Και οι στρατοί, μες στις άλλες σπουδές, μαθαίνουν να βασανίζουν τον κόσμο
κι ακόμα να βιάζουν και άνδρες   
Τα δένδρα, τα βουνά, τους κάμπους και τις στεριές
κι αυτά τα έχουν προσαρμόσει στην ταχύτητα 
Και ο ήλιος, καυτός, χλωμός κι αρρωστιάρης
Τα φύλλα, παράξενα· να πέφτουν, να βγαίνουν, να… πληθαίνουν
 έτσι που να μας δίνουν δεύτερους καρπούς σε Ανάρμοστη εποχή…
... Κοιτάξτε, μας λένε, σημάδια είναι που λένε οι γραφές
Μα αφήστε αυτές και κοιτάξτε τούτες, που γράψαμε εμείς…»

(Απόσπασμα «ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ» Πόλη της FUERTH  28.01.1994)
Από την ποιητική Συλλογή «Ψάχνοντας στ΄αχνάρια σου ζωή». Του Βάϊου Φασούλα.

1 σχόλιο:

  1. Πλανήτης Γη και ο άθλιος κόσμος μας
    ΚΑΤΑΡΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ

    Φυσά! Αγέρι από Βοριά
    Μες στ’ άλματά του τα ελαφρά ακούγονται οι φωνές του
    Μακρινές. Ξεπλυμένες
    Μαζί του, όπως θροεί, περνά στον ελαιώνα και γλείφει άδεια κλαριά ελιάς
    Ξεχασμένα απ’ το χρόνο. Τη λησμονιά.
    Όλα χωνεμένα. Καμένα

    Φεύγει, τ’ αγέρι, αλαφροπατώντας σαν ίσκιος
    Τεμπέλικα και συνοφρυωμένο
    Για να βρεθεί εκεί κοντά στην αμμουδιά
    Και πριν παίξει μ’ αυτή, πέρασε κι απ’ το βράχο
    Εκεί κι αυτός, ορθός, ποιος ξέρει πόσο
    Σαν φλάμπουρο, σαν πύργος στητός και περήφανος
    Ν’ αντιστέκεται σε θεριά και εποχές. Φαλακρός
    Προμαχώνας, πολλές φορές, στα τολμηρά άλματα τ’ αγέρα
    Κι είχε μια ζωή, που αχντινοβολούσε με τα δικά του
    αρχοντικά χρώματα

    Φάρος στον ήλιο! Στη Σελήνη!
    Με την μεγαλοπρέπειά του έκανε τα τρανά φωτεινά σημεία
    να χύνονται στη θάλασσα
    Να πνίγεται η ίδια στα νερά της και να χορεύει ευτυχισμένη
    Να χτυπιέται στα πόδια του, σαν ερωτευμένη
    Κι αυτός ν’ απλώνει τη σκιά του σαν μια πελώρια ζωγραφιά,
    πότε στη θάλασσα, πότε στην άμμο
    και πότε να φτάνει πέρα ως τις ελιές
    Να μένει κάποιες φορές ξεχασμένος στην αγκαλιά της σελήνης μέχρι που έσμιγε με τον ήλιο
    Και να δέχεται του ήλιου γιομάτους φλογερούς καρπούς
    με χαρά και πάθος
    Να φιλοξενεί μιλιούνια από γλάρους κι άλλα πουλιά.
    Να γιομίζει ο ουρανός με φωνές
    Και στα σχισμένα, σαν σανίδες πλευρά του,
    να γεννιούνται μιλιούνια καβούρια και ψάρια

    Μέχρι που τώρα κι αυτός γέρασε
    Πάνω στον κούτικά του, πουλιών φωλιές παρατημένες
    Όμοιες σαν τις ελιές
    Πού και πού περνά κανένας γλάρος
    Ρίχνει ματιές, κοιτά και χάνεται ξανά
    Και τα πλευρά του, σαν από κατάρα, γλοιώδη και ντυμένα
    με φύκια, τα μόνα που δείχνουν ζωή
    Ή μια ύπαρξη που έχει παρακμή

    Εκεί έπαιζε ο άνεμος συχνά.
    Στις σχισμές του έκανε άλματα
    Του άρεσε να τον πειράζει
    Και προπάντων, σαν το κύμα αγρίευε και τον έλουζε
    κι έσκαγε ο ήλιος πάνω του, τότε έτρεχε και τον έγλειφε
    Τι ομορφιά! Τι γοητεία! Τι αρμονία και κάλος!

    Σβαρνίστηκε λίγο τ’ αγέρι και τώρα πάνω του
    και καταγρατσουνίστηκε. Τον εγκατάλειψε
    Ένιωσε έντονη την προδοσία σαν κι εκείνη της αγάπης
    και χύθηκε στην άμμο
    Λίγο έκαιγε. Ξερή και άδεια. Ορφανή
    Ούτε ένας αχινός, μήτε ένα πεθαμένο φύκι, ένα καβούρι
    Μόνο δυο φύλλα ξερά ελιάς μισοθαμμένα στην άμμο
    έδειχναν να τον χαιρετούν
    Τ’ άρπαξε με μιας, πέρασε με σκέψη τ’ αφριστά με χρώματα πολλά πρώτα κύματα
    και σαν στοιχειό χύθηκε ουρλιάζοντας στη θάλασσα
    Μέχρι που χάθηκε βαθιά
    Έσβησε και το παραμικρό θρόισμά του αφήνοντας το βράχο
    στη σκούρα σιωπή του, τις ελιές στη μοναξιά τους
    το κύμα να σπάζει, να λιώνει και ν’ αφήνει τον ήχο του
    πάνω στην άμμο
    Ησυχία Τίποτα δε γρικιέται
    ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή